Skip to main content

Οι έμποροι της ελπίδας: Οι τσαρλατάνοι που κάνουν την ανθρώπινη απόγνωση επιχείρηση

Υπάρχει κάτι βαθιά ανήθικο στο να εκμεταλλεύεσαι έναν άνθρωπο που φοβάται. Ακόμη περισσότερο όταν αυτός ο φόβος αφορά την υγεία του και έχει προηγηθεί ένας μακρύς δρόμος από γιατρούς, εξετάσεις, φάρμακα, θεραπείες και απογοητεύσεις. Όταν κάποιος έχει δοκιμάσει όσα του πρότεινε η ιατρική και εξακολουθεί να πονά, να υποφέρει ή να ακούει ότι το πρόβλημά του δεν έχει οριστική λύση, γίνεται ευάλωτος σε μια από τις παλαιότερες και πιο κυνικές επιχειρήσεις του κόσμου, την πώληση της ελπίδας.

Κάπου εκεί εμφανίζονται οι κάθε λογής τσαρλατάνοι, μόνο που σήμερα σπανίως μοιάζουν με τους κομπογιαννίτες που έχουμε στο μυαλό μας. Ο σύγχρονος τσαρλατάνος μπορεί να έχει ένα καλοστημένο γραφείο, εντυπωσιακό διαδικτυακό προφίλ, τίτλους δίπλα στο όνομά του, περίπλοκες συσκευές και ένα λεξιλόγιο τόσο φορτωμένο με επιστημονικοφανείς όρους ώστε ο μέσος άνθρωπος να δυσκολεύεται ακόμη και να καταλάβει τι ακριβώς του υπόσχονται.

Αυτό, άλλωστε, είναι μέρος του παιχνιδιού. Γιατί ο απατεώνας της υγείας δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι αυτό που λέει είναι αληθινό, αν καταφέρει πρώτα να σε πείσει ότι είναι τόσο περίπλοκο ώστε εσύ δεν μπορείς να το καταλάβεις.

Όταν η επιστήμη λέει «δεν γνωρίζω», ο τσαρλατάνος λέει «εγώ ξέρω»

Η επιστήμη έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα απέναντι στην απάτη, είναι υποχρεωμένη να είναι ειλικρινής. Ένας σοβαρός γιατρός θα μιλήσει για πιθανότητες, κινδύνους, παρενέργειες και περιορισμούς. Μπορεί να παραδεχθεί ότι μια θεραπεία δεν λειτουργεί σε όλους ή ότι για μια συγκεκριμένη πάθηση δεν υπάρχει ακόμη οριστική θεραπεία. Μπορεί ακόμη να πει τις δύο λέξεις που κανένας ασθενής δεν θέλει να ακούσει. «Δεν γνωρίζουμε».

Ο τσαρλατάνος δεν έχει τέτοιους περιορισμούς.

Εκεί όπου ο γιατρός δεν μπορεί να εγγυηθεί, εκείνος μπορεί να υποσχεθεί. Εκεί όπου η επιστήμη χρειάζεται χρόνια έρευνας, κλινικές δοκιμές και επαναλαμβανόμενα αποτελέσματα, εκείνος χρειάζεται μερικές εντυπωσιακές λέξεις και μια ιστορία κάποιου που «θεραπεύτηκε όταν όλοι οι γιατροί τον είχαν ξεγράψει».

Ξαφνικά εμφανίζονται ενέργειες που πρέπει να εξισορροπηθούν, συχνότητες που πρέπει να διορθωθούν, τοξίνες που πρέπει να αποβληθούν και διάφορες «κβαντικές» εξηγήσεις που δανείζονται το κύρος της επιστήμης χωρίς απαραιτήτως να διαθέτουν την επιστημονική τεκμηρίωσή της.

Όσο πιο εντυπωσιακή η ορολογία, τόσο πιο εύκολα μπορεί να χαθεί η απλούστερη ερώτηση από όλες. Πού είναι οι αποδείξεις;

Μην κοροϊδεύετε αυτόν που τους πίστεψε

Όταν ακούμε ότι κάποιος έδωσε χιλιάδες ευρώ σε μια αμφίβολη θεραπεία, είναι εύκολο να αναρωτηθούμε πώς μπόρεσε να εξαπατηθεί τόσο εύκολα. Πρόκειται για μια άδικη ερώτηση, επειδή συνήθως τη θέτει κάποιος που δεν βρίσκεται στη θέση του.

Δοκιμάστε να ζήσετε χρόνια με χρόνιο πόνο. Δοκιμάστε να βλέπετε έναν άνθρωπο που αγαπάτε να υποφέρει. Δοκιμάστε να ακούσετε από τον πέμπτο γιατρό ότι δεν υπάρχει κάτι περισσότερο που μπορεί να γίνει και μετά συζητάμε για το πόσο εύκολο είναι να παραμένεις ψύχραιμος όταν εμφανιστεί κάποιος που ισχυρίζεται ότι διαθέτει τη λύση.

Το θύμα δεν είναι το πρόβλημα αυτής της ιστορίας.

Το πρόβλημα είναι εκείνος που βλέπει έναν απελπισμένο άνθρωπο και αντί να δει κάποιον που χρειάζεται προστασία, βλέπει πελάτη.

Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κυνισμός. Στο να γνωρίζεις ότι ο άλλος φοβάται τόσο πολύ ώστε θα δοκιμάσει σχεδόν οτιδήποτε και να μετατρέπεις αυτόν τον φόβο σε τιμοκατάλογο.

Η αγαπημένη τους θεωρία: «Η ιατρική δεν θέλει να το μάθεις»

Υπάρχει και ένα εξαιρετικά βολικό καταφύγιο για όσους δεν μπορούν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, η συνωμοσία.

Αν η θεραπεία είναι τόσο αποτελεσματική, γιατί δεν χρησιμοποιείται στα νοσοκομεία; Επειδή «το σύστημα την πολεμά». Γιατί δεν υπάρχουν ισχυρές κλινικές μελέτες; Επειδή «κανείς δεν θέλει να χρηματοδοτήσει την αλήθεια». Γιατί οι γιατροί προειδοποιούν ότι δεν υπάρχει επαρκής επιστημονική τεκμηρίωση; Επειδή «φοβούνται όσα δεν μπορούν να ελέγξουν».

Είναι ένας εκπληκτικά βολικός μηχανισμός, επειδή μετατρέπει την έλλειψη αποδείξεων σε… απόδειξη. Όσο περισσότερο αμφισβητείται ένας ισχυρισμός, τόσο ευκολότερα παρουσιάζεται η αμφισβήτηση ως επιβεβαίωση ότι κάποιο μεγάλο σύστημα προσπαθεί να τον φιμώσει.

Και κάπως έτσι ο ασθενής μπορεί να οδηγηθεί στο πιο επικίνδυνο σημείο. Να αρχίσει να εμπιστεύεται λιγότερο εκείνον που του μιλά με επιφυλάξεις και περισσότερο εκείνον που του υπόσχεται θαύματα.

Η εναλλακτική θεραπεία δεν είναι πρόβλημα επειδή είναι «εναλλακτική»

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι σημαντικό. Δεν χρειάζεται να πετάξουμε στο ίδιο καλάθι κάθε συμπληρωματική πρακτική. Υπάρχουν άνθρωποι που χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους για χαλάρωση, ευεξία ή διαχείριση συμπτωμάτων γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτές δεν αντικαθιστούν την ιατρική τους φροντίδα.

Η κόκκινη γραμμή βρίσκεται αλλού.

Βρίσκεται τη στιγμή που κάποιος παρουσιάζει ως θεραπεία κάτι που δεν μπορεί να αποδείξει ότι θεραπεύει. Όταν υπόσχεται αποτελέσματα που δεν δικαιολογούνται από αξιόπιστα δεδομένα. Όταν χρησιμοποιεί τον τίτλο, την εμφάνιση ή την ορολογία της επιστήμης για να προσδώσει κύρος σε ισχυρισμούς που η ίδια η επιστήμη δεν επιβεβαιώνει. Και γίνεται επικίνδυνος όταν πείθει έναν ασθενή να καθυστερήσει ή να εγκαταλείψει μια αποδεδειγμένη θεραπεία για να ακολουθήσει τη δική του.

Τότε δεν μιλάμε πλέον για διαφορετικές φιλοσοφίες γύρω από την υγεία. Μιλάμε για ανθρώπινες ζωές.

Η ελπίδα δεν μπορεί να συνοδεύεται από εγγύηση και απόδειξη πληρωμής

Ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε απόγνωση μπορεί να δώσει χρήματα που δεν έχει, να ταξιδέψει εκατοντάδες χιλιόμετρα και να δοκιμάσει πράγματα που λίγα χρόνια νωρίτερα θα θεωρούσε αδιανόητα. Όχι επειδή έγινε ξαφνικά ανόητος, αλλά επειδή θέλει τη ζωή του πίσω.

Και όποιος εκμεταλλεύεται συνειδητά αυτή την ανάγκη γνωρίζει πολύ καλά τι πουλάει.

Δεν πουλάει μια θεραπεία. Πουλάει την πιθανότητα του «κι αν».

Κι αν αυτός ξέρει κάτι που δεν ξέρουν οι άλλοι; Κι αν τελικά λειτουργήσει; Κι αν είμαι εγώ εκείνος που θα γίνει καλά; Κι αν αυτή είναι η τελευταία μου ευκαιρία;

Σε αυτά τα «κι αν» μπορεί να στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία.

Γι’ αυτό η κοινωνική κατακραυγή δεν πρέπει να στρέφεται στον ασθενή που πίστεψε. Πρέπει να στρέφεται σε εκείνον που, χωρίς επαρκείς αποδείξεις, του υποσχέθηκε ότι μπορεί να τον θεραπεύσει. Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου που υποφέρει χρειάζεται προστασία, όχι χλευασμό.

Η επιστήμη μπορεί να μην έχει πάντοτε την απάντηση που θέλουμε. Μπορεί να είναι ψυχρή, αργή και πολλές φορές απογοητευτική. Έχει όμως μια θεμελιώδη υποχρέωση που ο τσαρλατάνος μπορεί πολύ εύκολα να παρακάμψει, να αποδεικνύει όσα ισχυρίζεται.

Και ίσως αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε όταν κάποιος εμφανίζεται κρατώντας στα χέρια του μια θαυματουργή λύση για κάτι που κανένας άλλος δεν κατάφερε να θεραπεύσει.

Ο άνθρωπος που σου λέει «δεν ξέρω» μπορεί να σε απογοητεύσει. Εκείνος όμως που ξέρει ότι δεν μπορεί να αποδείξει όσα υπόσχεται και παρ’ όλα αυτά σου λέει «εγώ θα σε κάνω καλά», δεν σου προσφέρει ελπίδα.

Σου την πουλάει. Και ξέρει πολύ καλά γιατί είσαι διατεθειμένος να την αγοράσεις.