Skip to main content

Μισή εβδομάδα στη μαμά, μισή στον μπαμπά: όταν το παιδί πληρώνει το 50-50 του εγωισμού σας

Υπάρχει μια φράση που ακούγεται υπέροχα πολιτισμένη μετά από έναν χωρισμό. «Θέλουμε και οι δύο να είμαστε εξίσου παρόντες στη ζωή του παιδιού». Και πράγματι, όταν πίσω από αυτή τη φράση υπάρχουν δύο ώριμοι άνθρωποι που κατάφεραν να αφήσουν στην άκρη τις πληγές, τις προδοσίες, τα νεύρα και τους μεταξύ τους λογαριασμούς, η συνεπιμέλεια μπορεί να λειτουργήσει εξαιρετικά. Υπάρχει όμως και μια πολύ λιγότερο φωτογενής εκδοχή της, αυτή που κανείς δεν ανεβάζει στα social media μαζί με αποφθέγματα περί «σωστής γονεϊκότητας». Δύο ενήλικες που μετρούν ημέρες, ώρες, Σαββατοκύριακα και διανυκτερεύσεις σαν λογιστές, όχι επειδή αναρωτιούνται τι χρειάζεται πραγματικά το παιδί τους, αλλά επειδή κανείς δεν αντέχει στην ιδέα ότι ο άλλος μπορεί να έχει «περισσότερο». Και κάπου ανάμεσα στα ημερολόγια, στις παραλαβές, στις παραδόσεις και στο περιβόητο 50-50 υπάρχει ένα παιδί που δεν ζήτησε ποτέ να γίνει περιοδεύων θίασος με δύο παιδικά δωμάτια και καμία πραγματικά σταθερή βάση.

Η συνεπιμέλεια δεν είναι μοιρασιά περιουσίας

Το παιδί δεν είναι το εξοχικό στο οποίο δικαιούται ο καθένας δεκαπέντε ημέρες τον μήνα. Δεν είναι αυτοκίνητο για να αποφασίσετε ποιος το παίρνει Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και ποιος Τρίτη, Πέμπτη και Σαββατοκύριακο. Κυρίως, δεν είναι τρόπαιο που αποδεικνύει ποιος «κέρδισε» μετά το διαζύγιο. Κι όμως, σε ορισμένους χωρισμούς, η συζήτηση για τη φροντίδα του παιδιού μοιάζει λιγότερο με συζήτηση γονέων και περισσότερο με διαπραγμάτευση μετόχων εταιρείας. «Γιατί να έχει εκείνη περισσότερες μέρες;», «Γιατί να τον βλέπει εκείνος περισσότερο;», «Κι εγώ γονιός είμαι», «Δεν θα του/της κάνω τη χάρη». Εξαιρετικά. Μόνο που κανείς δεν σας ζήτησε να κάνετε χάρη στον πρώην σύντροφό σας. Σας ζητήθηκε να κάνετε αυτό που υπηρετεί καλύτερα το παιδί σας.

Η ουσία της συνεπιμέλειας δεν βρίσκεται στην αριθμητική ισότητα, αλλά στην ουσιαστική παρουσία και των δύο γονέων. Ένα παιδί χρειάζεται και τους δύο, όταν φυσικά και οι δύο μπορούν να του προσφέρουν ασφάλεια και υγιή φροντίδα. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι χρειάζεται να αλλάζει κρεβάτι, ντουλάπα, γειτονιά, καθημερινές συνήθειες και πρόγραμμα με τέτοια συχνότητα ώστε να χρειάζεται σχεδόν εφαρμογή στο κινητό για να θυμάται πού κοιμάται απόψε. Η ισότιμη γονεϊκότητα δεν μετριέται με χρονόμετρο και κανένα παιδί δεν αισθάνεται περισσότερο αγαπημένο επειδή οι γονείς του πέτυχαν τέλεια συμμετρία στο Excel.

«Έχει δύο σπίτια» ή μήπως δεν αισθάνεται κανένα εντελώς δικό του;

Ακούγεται πολύ όμορφο το «το παιδί έχει δύο σπίτια». Και μπορεί πράγματι να τα αισθάνεται και τα δύο ως σπίτια του, όταν υπάρχει συνεργασία, συνέπεια, εγγύτητα, κοινή λογική και πραγματικό ενδιαφέρον για τις ανάγκες του. Όταν όμως το πρόγραμμα μετατρέπεται σε αδιάκοπη μετακίνηση, η ρομαντική εικόνα των «δύο σπιτιών» μπορεί να καταλήξει σε μια πολύ πιο πεζή πραγματικότητα: μια σχολική τσάντα που πηγαινοέρχεται, ρούχα που ξεχάστηκαν «στο άλλο σπίτι», βιβλία που βρίσκονται στη λάθος διεύθυνση, φορτιστές, αθλητικά παπούτσια, αγαπημένα αντικείμενα και μια μόνιμη ερώτηση που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να κάνει τόσο συχνά: «Σήμερα πού πάω;».

Οι ενήλικες μπορούν να βαφτίσουν αυτή την κατάσταση «προσαρμοστικότητα». Μπορούν να πουν ότι «τα παιδιά συνηθίζουν». Τα παιδιά πράγματι συνηθίζουν πολλά, επειδή πολύ απλά δεν έχουν άλλη επιλογή. Το γεγονός όμως ότι ένα παιδί προσαρμόστηκε σε μια πραγματικότητα δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι αυτή η πραγματικότητα σχεδιάστηκε με γνώμονα το δικό του συμφέρον. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «μπορεί να το αντέξει» και στο «αυτό είναι το καλύτερο γι’ αυτό». Κάπου εκεί βρίσκεται ίσως και η πιο βολική αυταπάτη ορισμένων ενηλίκων: βλέπουν ότι το παιδί δεν διαμαρτύρεται και αποφασίζουν ότι όλα λειτουργούν τέλεια. Γιατί φυσικά, αν ένας οκτάχρονος δεν έχει συγκαλέσει οικογενειακό συμβούλιο για να παρουσιάσει τεκμηριωμένη ένσταση στο πρόγραμμα διαμονής του, προφανώς είναι ενθουσιασμένος.

Όταν το 50-50 γίνεται διαγωνισμός γονεϊκής δικαίωσης

Υπάρχουν γονείς που δεν διεκδικούν χρόνο επειδή θέλουν περισσότερο το παιδί τους· διεκδικούν χρόνο επειδή δεν θέλουν να τον έχει περισσότερο ο άλλος. Η διαφορά είναι τεράστια, όσο κι αν κανείς δεν θέλει να την παραδεχτεί. Γιατί άλλο «θέλω να είμαι παρών στη ζωή του παιδιού μου» και άλλο «δεν πρόκειται να δεχτώ να θεωρηθεί ο άλλος βασικός γονέας». Στην πρώτη περίπτωση μιλάει η αγάπη και η ευθύνη. Στη δεύτερη μιλάει ο πληγωμένος εγωισμός φορώντας τη στολή του αφοσιωμένου γονέα.

Και τότε αρχίζει η γελοιότητα της απόλυτης καταμέτρησης. Μία επιπλέον διανυκτέρευση αντιμετωπίζεται περίπου σαν εδαφική παραχώρηση. Μια αλλαγή στο πρόγραμμα γίνεται αφορμή για σύγκρουση. Μια σχολική γιορτή μπορεί να μετατραπεί σε επίδειξη παρουσίας, ενώ ακόμη και οι διακοπές αντιμετωπίζονται ως κομμάτια πίτας που πρέπει να κοπούν με χειρουργική ακρίβεια. Όλοι υπερασπίζονται τα «δικαιώματά» τους και μέσα στον θόρυβο ξεχνούν να αναρωτηθούν ποιος ακριβώς υπερασπίζεται το δικαίωμα του παιδιού στην ηρεμία.

Γιατί το παιδί δεν χρειάζεται να αποδείξετε ότι είστε ίσοι. Χρειάζεται να είστε γονείς.

Το παιδί δεν είναι courier των άλυτων προβλημάτων σας

Το χειρότερο μάλιστα δεν είναι πάντα η μετακίνηση. Είναι όσα ταξιδεύουν μαζί της. «Πες στη μαμά σου ότι…», «ρώτα τον μπαμπά σου γιατί…», «εγώ θα σε άφηνα, αλλά η μαμά σου…», «ο πατέρας σου πάλι δεν…». Και ξαφνικά ένας άνθρωπος δέκα ετών αποκτά δεύτερη καριέρα ως διαμεσολαβητής δύο σαραντάρηδων που θεωρούν ότι είναι αρκετά ώριμοι για να μεγαλώνουν παιδί αλλά όχι αρκετά ώριμοι για να στείλουν ένα μήνυμα ο ένας στον άλλον χωρίς να χρησιμοποιήσουν το παιδί ως ταχυδρομικό περιστέρι.

Αν επιλέξατε συνεπιμέλεια, το πρώτο πράγμα που οφείλετε να μπορείτε να μοιραστείτε δεν είναι οι ημέρες. Είναι η ευθύνη. Αυτό σημαίνει συνεννόηση, συνέπεια, στοιχειώδεις κοινούς κανόνες και την ικανότητα να μην υπονομεύετε τον άλλο γονέα μπροστά στο παιδί. Δεν γίνεται στο ένα σπίτι η ώρα ύπνου να είναι στις εννέα και στο άλλο «όποτε νυστάξει», ο ένας να ακυρώνει συστηματικά τα όρια του άλλου για να γίνει ο «καλός γονιός» και ύστερα όλοι να αναρωτιούνται γιατί το παιδί δυσκολεύεται να βρει σταθερότητα. Η συνεπιμέλεια απαιτεί περισσότερη συνεργασία, όχι λιγότερη. Αν λοιπόν δεν μπορείτε ούτε να συζητήσετε για μια σχολική εκδρομή χωρίς να ξανανοίξετε τον φάκελο του διαζυγίου, ίσως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο πρόγραμμα του παιδιού αλλά στην ενηλικίωση των γονέων του.

Το διαζύγιο ήταν δικό σας. Η ποινή δεν χρειάζεται να είναι δική του

Κανείς δεν υποστηρίζει ότι οι γονείς πρέπει να παραμένουν μαζί «για τα παιδιά». Ένα σπίτι γεμάτο ένταση, καβγάδες, απαξίωση ή δυστυχία δεν γίνεται υγιές επειδή δύο άνθρωποι διατηρούν κοινή διεύθυνση. Πολλές φορές ο χωρισμός είναι η πιο σωστή και έντιμη απόφαση για όλους. Από τη στιγμή όμως που χωρίζετε ως ζευγάρι, αρχίζει ίσως η δυσκολότερη υποχρέωσή σας ως γονείς: να μην αναγκάσετε το παιδί να χωρίσει μαζί σας σε δύο στρατόπεδα.

Δεν χρειάζεται να αγαπάτε πλέον ο ένας τον άλλον. Δεν χρειάζεται καν να συμπαθείτε ο ένας τον άλλον. Χρειάζεται όμως να αγαπάτε το παιδί περισσότερο απ’ όσο μισείτε, ανταγωνίζεστε ή θέλετε να τιμωρήσετε τον πρώην σύντροφό σας. Και αυτή είναι μια φράση πολύ πιο εύκολη να κοινοποιηθεί στο Facebook από όσο είναι να εφαρμοστεί στην πραγματική ζωή.

Αν η συνεπιμέλεια λειτουργεί με πραγματική συνεργασία, σταθερότητα και προσαρμογή στις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού, μπορεί να του επιτρέψει να έχει δύο ουσιαστικά παρόντες γονείς χωρίς να αισθάνεται ότι έχασε την οικογένειά του. Αν όμως εφαρμόζεται σαν ιδεολογικό δόγμα ή σαν μαθηματική άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ δύο θυμωμένων ενηλίκων, τότε το περίφημο 50-50 μπορεί να είναι απολύτως δίκαιο για τους γονείς και απολύτως άδικο για εκείνον που δεν συμμετείχε ποτέ στη διαπραγμάτευση.

Γιατί στο τέλος το ερώτημα δεν είναι αν πήρατε ακριβώς τις ίδιες ημέρες. Δεν είναι αν κανείς δεν «υποχώρησε». Δεν είναι αν αποδείξατε στον πρώην σας, στους συγγενείς σας, στους δικηγόρους σας ή στον εαυτό σας ότι είστε εξίσου σημαντικός γονέας. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο άβολο: φτιάξατε μια νέα ζωή στην οποία το παιδί σας αισθάνεται ασφαλές ή απλώς κατασκευάσατε ένα πρόγραμμα στο οποίο κανείς από τους δύο δεν αισθάνεται χαμένος;

Γιατί, αγαπητοί γονείς, το παιδί σας δεν είναι εβδομαδιαίο πακέτο που παραδίδεται κάθε Κυριακή στις 18:00 στην επόμενη διεύθυνση. Δεν είναι το έπαθλο του διαζυγίου σας, ούτε το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο που απέμεινε να μοιράσετε στη μέση. Είναι ένας άνθρωπος που χρειάζεται ρίζες, ασφάλεια, προβλεψιμότητα και δύο γονείς που, έστω και για μία φορά, θα βάλουν το δικό του συμφέρον πάνω από την ανάγκη τους να μη χάσουν ούτε πόντο απέναντι στον άλλον.

Κι αν για να αισθανθείτε εσείς ότι «κερδίσατε το 50%» χρειάζεται εκείνο να ζει με μια βαλίτσα μόνιμα μισοέτοιμη, τότε ίσως ήρθε η ώρα να αναρωτηθείτε ποιος τελικά πλήρωσε το υπόλοιπο 50%.