Επαγγελματική ματαιοδοξία: Η τέχνη του να μην ξέρεις πότε να σταματήσεις
Υπάρχει μια λέξη εξαιρετικά μικρή, αλλά αφόρητα δύσκολη για όσους έχουν συνηθίσει να βρίσκονται στο κέντρο. Το «ΦΤΑΝΕΙ». Δεν σημαίνει «δεν αξίζω πια», δεν σημαίνει «γέρασα», δεν σημαίνει «με ξέχασαν», ούτε αποτελεί πιστοποιητικό ανικανότητας. Σημαίνει απλώς ότι έχω αρκετή επίγνωση ώστε να καταλάβω πως ένας κύκλος ολοκληρώθηκε και αρκετή αξιοπρέπεια ώστε να φύγω πριν αρχίσουν οι άλλοι να αναρωτιούνται γιατί δεν έφυγα. Κι όμως, για πολλούς ανθρώπους αυτή η μία λέξη αποδεικνύεται δυσκολότερη από ολόκληρη την καριέρα τους.
Οι πρόσφατες συζητήσεις γύρω από την εμφάνιση ενός πολύ μεγάλου και αγαπημένου καλλιτέχνη έφεραν ξανά στην επιφάνεια ένα θέμα πολύ μεγαλύτερο από το αν μια φωνή παραμένει ίδια, αν μια εμφάνιση ήταν καλή ή αν το κοινό οφείλει σεβασμό σε μια τεράστια διαδρομή. Φυσικά και οφείλει. Η ιστορία ενός ανθρώπου δεν διαγράφεται επειδή ο χρόνος πέρασε από πάνω του. Το ταλέντο του δεν ακυρώνεται, οι επιτυχίες του δεν εξαφανίζονται και όσα πρόσφερε δεν μικραίνουν. Ίσα ίσα, ακριβώς επειδή υπήρξε σπουδαίος, γεννιέται το ερώτημα, γιατί πρέπει ο επίλογος να γράφεται υποχρεωτικά μπροστά στα μάτια όλων;
Έχουμε συνδέσει τόσο αρρωστημένα την αποχώρηση με την ήττα, ώστε αντιμετωπίζουμε περίπου σαν ηρωισμό το να συνεχίζει κάποιος μέχρι να μην μπορεί άλλο. Χειροκροτούμε εκείνον που «δεν το βάζει κάτω», ακόμη κι όταν ίσως το πιο γενναίο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει είναι ακριβώς να το βάλει κάτω μόνος του, συνειδητά, όρθιος και στην ώρα του. Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «εξακολουθώ επειδή έχω ακόμη κάτι να δώσω» και στο «εξακολουθώ επειδή δεν αντέχω να φανταστώ τον κόσμο να συνεχίζεται χωρίς εμένα».
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η ματαιοδοξία.
Δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες. Μακάρι να αφορούσε μόνο αυτούς. Τη βλέπεις στον επιχειρηματία που έχει δημιουργήσει μια αυτοκρατορία αλλά στα ογδόντα και στα ενενήντα του εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει κανείς ικανός να πάρει μια απόφαση χωρίς την άδειά του. Στον καθηγητή που δεν μπορεί να παραδώσει την έδρα, στον πολιτικό που θεωρεί περίπου ιστορική αδικία να υπάρξει κόμμα χωρίς το πρόσωπό του, στον διευθυντή που εξακολουθεί να κάθεται στην ίδια καρέκλα επειδή χωρίς τον τίτλο φοβάται ότι θα εξαφανιστεί μαζί του και η προσωπικότητά του. Τη βλέπεις ακόμη και σε πολύ μικρότερες καθημερινές εξουσίες. Στον άνθρωπο που αρνείται να παραδώσει ευθύνες, χώρο και πρωταγωνιστικό ρόλο στους επόμενους, επειδή έχει μπερδέψει το «ήμουν σημαντικός» με το «πρέπει να είμαι απαραίτητος για πάντα».
Κανείς δεν είναι απαραίτητος για πάντα. Και κυρίως, κανείς δεν είναι αιώνιος.
Το πρόβλημα δεν είναι τα χρόνια. Υπάρχουν άνθρωποι εβδομήντα και ογδόντα ετών δημιουργικότεροι, καθαρότεροι και ικανότεροι από ανθρώπους σαράντα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πραγματικότητα έχει αλλάξει και ο μόνος που αρνείται να το αντιληφθεί είναι εκείνος που βρίσκεται στο κέντρο της. Όταν δεν συνεχίζεις επειδή μπορείς, αλλά επειδή δεν μπορείς να σταματήσεις. Όταν το χειροκρότημα έχει μετατραπεί από επιβράβευση σε ανάγκη και η καρέκλα από εργαλείο δουλειάς σε μηχάνημα υποστήριξης της αυτοεκτίμησης.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο σε αυτό, αλλά δεν παύει να είναι θλιβερό. Γιατί πίσω από την άρνηση της αποχώρησης κρύβεται συχνά ένας πολύ απλός τρόμος: «Ποιος είμαι όταν δεν είμαι πια αυτό που ήμουν;». Ποιος είναι ο τραγουδιστής όταν δεν ανεβαίνει στη σκηνή; Ποιος είναι ο διευθυντής όταν δεν έχει γραφείο; Ποιος είναι ο πολιτικός όταν δεν έχει κάμερες; Ποιος είναι ο ισχυρός όταν κανείς δεν περιμένει την υπογραφή του; Και αντί να αναζητήσουν την απάντηση, αρκετοί προτιμούν να κρατηθούν από τον ρόλο μέχρι να τους τον πάρει κυριολεκτικά η ζωή από τα χέρια.
Κάπως έτσι έχουμε εξιδανικεύσει ακόμη και την εικόνα του ανθρώπου που εργάζεται μέχρι την τελευταία του ανάσα. «Πέθανε πάνω στη σκηνή», «έφυγε με τις μπότες του», «δούλευε μέχρι την τελευταία ημέρα». Το αφηγούμαστε σαν μεγαλείο. Γιατί ακριβώς; Γιατί θεωρούμε σπουδαίο ένας άνθρωπος να μην προλάβει ποτέ να υπάρξει έξω από την επαγγελματική του ταυτότητα; Γιατί είναι παράσημο να φτάνει το σώμα στα όριά του μπροστά σε ένα μικρόφωνο ή πάνω από ένα γραφείο; Η συγκλονιστική κατάρρευση της κορυφαίας τραγουδίστριας Μαρινέλλας επί σκηνής πριν από δύο χρόνια θα έπρεπε, πέρα από τη συγκίνηση που προκάλεσε, να μας θυμίσει και κάτι πολύ απλούστερο. Ότι το ανθρώπινο σώμα δεν διαπραγματεύεται με τον μύθο που έχουμε κατασκευάσει γύρω από τον εαυτό μας. Κάποτε λέει εκείνο «φτάνει».
Και ίσως η πραγματική επιτυχία να είναι να το έχεις πει εσύ λίγο νωρίτερα.
Να φύγεις ενώ ακόμη σε θέλουν. Να κλείσεις την πόρτα χωρίς να χρειαστεί να σου τη δείξουν. Να επιτρέψεις στους νεότερους να μπουν χωρίς να τους αντιμετωπίζεις σαν εισβολείς στην προσωπική σου επικράτεια. Να κρατήσεις όσα έχτισες χωρίς να απαιτείς να κατοικείς για πάντα μέσα τους. Αυτό δεν είναι παραίτηση. Είναι αυτογνωσία. Και χρειάζεται πολύ μεγαλύτερο εγώ για να πιστεύεις ότι ο κόσμος δεν μπορεί χωρίς εσένα απ’ όσο χρειάζεται αξιοπρέπεια για να αποδεχθείς ότι φυσικά και μπορεί.
Το χειροκρότημα κάποτε τελειώνει. Η θητεία τελειώνει. Η καριέρα τελειώνει. Η εξουσία τελειώνει. Η νιότη τελειώνει. Στο τέλος τελειώνουμε κι εμείς. Δεν υπάρχει τίποτε προσβλητικό σε αυτό. Προσβλητική είναι μόνο η απελπισμένη προσπάθεια να πείσουμε τους άλλους και τον εαυτό μας ότι αποτελούμε κάποια εξαίρεση στον βασικότερο κανόνα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη τελευταία πράξη ενός πραγματικά σπουδαίου ανθρώπου να μην είναι άλλη μία συναυλία, άλλη μία θητεία, άλλη μία υποψηφιότητα, άλλη μία μέρα στο γραφείο ή άλλη μία απόδειξη ότι «ακόμη μπορεί». Ίσως να είναι η στιγμή που κοιτάζει όσα έκανε, αναγνωρίζει την αξία τους και λέει χωρίς πίκρα: «Ήταν αρκετά. Ήμουν αρκετός. Τώρα σειρά έχουν άλλοι».
Γιατί το να ξέρεις πώς να φτάσεις στην κορυφή είναι ικανότητα.
Το να ξέρεις πότε να κατέβεις από την “σκηνη” είναι σοφία.
