Καύσιμα: Νέα άνοδος στις τιμές καθώς η ένταση ΗΠΑ–Ιράν απειλεί τις ενεργειακές ροές
Για τρίτη συνεχόμενη συνεδρίαση ανοδικά κινείται η αγορά πετρελαίου, καθώς η νέα κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν εντείνει τις ανησυχίες για πιθανές διαταραχές στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά και, κυρίως, στις διελεύσεις μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Το Brent διαπραγματεύεται κοντά στα 95,35 δολάρια ανά βαρέλι, μετά την άνοδο 4,6% που κατέγραψε την Τρίτη, ενώ το αμερικανικό αργό WTI κινείται στην περιοχή των 90,60 δολαρίων.
Οι επενδυτές ενσωματώνουν πλέον αυξημένο γεωπολιτικό κίνδυνο στις τιμές, καθώς η σύγκρουση μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης δημιουργεί νέα ερωτήματα για την ασφάλεια των ενεργειακών μεταφορών σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του πλανήτη.
Νέα κλιμάκωση στο μέτωπο ΗΠΑ–Ιράν
Η νέα άνοδος στις τιμές ακολούθησε τα αμερικανικά πλήγματα εναντίον ιρανικών στόχων. Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η στρατιωτική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε ως απάντηση σε ενέργειες της Τεχεράνης που, σύμφωνα με τον ίδιο, αφορούσαν την τοποθέτηση ναρκών στα Στενά του Ορμούζ και επίθεση εναντίον αμερικανικής βάσης.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα ιρανική αντίδραση θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω στρατιωτικά πλήγματα.
Η απάντηση της Τεχεράνης δεν άργησε να έρθει, με το Ιράν να προχωρά σε αντίποινα στην ευρύτερη περιοχή, βάζοντας στο στόχαστρο χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπως η Ιορδανία, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ.
Οι Φρουροί της Επανάστασης υποστήριξαν ότι οι τελευταίες εξελίξεις ενίσχυσαν περαιτέρω την πίεση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
Στο επίκεντρο η ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ
Οι εξελίξεις των τελευταίων ωρών έχουν επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο το ενδεχόμενο προβλημάτων στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές ροές μέσω του Ορμούζ.
Όπως σημείωσε ο επικεφαλής αναλυτής ενέργειας της MST Marquee, Σολ Κάβονικ, η ταχεία κλιμάκωση αυξάνει το γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές του πετρελαίου, καθώς οι αγορές λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο μεγαλύτερων περιορισμών στις διελεύσεις ή επιθέσεων σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.
Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων μεταφορών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου περνούσε από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο.
Παρότι μέρος των εξαγωγών εξακολουθεί να πραγματοποιείται, η κατάσταση στη ναυσιπλοΐα παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, ορισμένα δεξαμενόπλοια κινούνται με περιορισμένα ή απενεργοποιημένα συστήματα εντοπισμού, γεγονός που αντανακλά το αυξημένο επίπεδο κινδύνου στην περιοχή.
Πάνω από 30% υψηλότερα από την έναρξη της σύγκρουσης
Παρότι η αγορά πετρελαίου είχε παρουσιάσει σχετικά περιορισμένες μεταβολές κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, η συνολική εικόνα έχει αλλάξει σημαντικά.
Το Brent βρίσκεται πλέον περισσότερο από 30% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου.
Ιδιαίτερα έντονες είναι και οι πιέσεις στα διυλισμένα προϊόντα, με το ντίζελ να καταγράφει σημαντική άνοδο. Οι περιορισμοί στην προσφορά από τη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, διατηρούν υψηλή την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Η Ουάσινγκτον αμφισβητεί τον έλεγχο της Τεχεράνης στον Ορμούζ
Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ υποστήριξε ότι η οικονομική κατάσταση του Ιράν επιδεινώνεται, σημειώνοντας ότι περίπου 17 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου πέρασαν από τα Στενά του Ορμούζ τη Δευτέρα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Τεχεράνη δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει πλήρως τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό.
Την ίδια ώρα, η CENTCOM ανακοίνωσε ότι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν ιρανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και υποδομές, μεταξύ άλλων συστήματα αεράμυνας, ραντάρ και εγκαταστάσεις που, σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, συνδέονται με επιχειρήσεις ναρκοθέτησης.
Οι εξελίξεις διατηρούν την αγορά πετρελαίου σε κατάσταση αυξημένης νευρικότητας, με τους επενδυτές να παρακολουθούν στενά κάθε νέα εξέλιξη στη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν και τις πιθανές επιπτώσεις της στις παγκόσμιες ενεργειακές προμήθειες.
