«Χαζομάρες έχεις στο μυαλό σου»: Όταν ο άνθρωπός σου αρρωσταίνει ψυχικά κι εσύ επιλέγεις να γίνεις άλλο ένα πρόβλημά του
Υπάρχουν άνθρωποι που θα έτρεχαν μέσα στη νύχτα αν τους έλεγες ότι ο δικός τους άνθρωπος έπαθε έμφραγμα, θα κάθονταν ώρες έξω από ένα χειρουργείο, θα μάθαιναν απ’ έξω ονόματα φαρμάκων, εξετάσεων και γιατρών και θα απαιτούσαν από όλους να δείξουν κατανόηση επειδή «ο άνθρωπός μας είναι άρρωστος». Αν όμως ο ίδιος άνθρωπος τους πει ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει από το άγχος, ότι δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι, ότι φοβάται πράγματα που ο ίδιος καταλαβαίνει πως δεν είναι λογικά, ότι το μυαλό του δεν τον αφήνει να ησυχάσει ή ότι έχει διαγνωστεί με κάποια σοβαρή ψυχική διαταραχή, τότε ένα αξιοθαύμαστο μέρος της κοινωνίας αποκτά ξαφνικά πτυχίο ψυχιατρικής από το Πανεπιστήμιο του Καναπέ και ανακοινώνει τη θεραπεία. «Χαζομάρες έχεις στο μυαλό σου. Μην τα σκέφτεσαι και θα περάσει».
Τόσο απλά. Τόσο επιστημονικά. Τόσο βολικά.
Όταν δεν φαίνεται η πληγή, αποφασίζουμε ότι δεν υπάρχει
Αυτή είναι ίσως μία από τις μεγαλύτερες υποκρισίες μας απέναντι στην ασθένεια. Σεβόμαστε πολύ περισσότερο ό,τι μπορούμε να δούμε. Ένα σπασμένο πόδι έχει γύψο, μια εγχείρηση έχει ράμματα, ένας υψηλός πυρετός έχει θερμόμετρο και μια αιματολογική εξέταση έχει αριθμούς που μπορείς να κυκλώσεις με κόκκινο στυλό. Η ψυχική ασθένεια, όμως, έχει την κακή συνήθεια να μη φοράει ταμπελάκι στο μέτωπο του ανθρώπου που την κουβαλά, κι έτσι ο καθένας αισθάνεται ελεύθερος να αποφασίσει αν είναι αρκετά «αληθινή» για να δικαιολογεί τον πόνο του.
Κάπως έτσι, ο άνθρωπος με μια αγχώδη διαταραχή ακούει ότι πρέπει απλώς να χαλαρώσει, εκείνος που παλεύει με κατάθλιψη ότι πρέπει να βγει έξω και να δει φίλους, ενώ απέναντι σε βαρύτερες ψυχικές διαταραχές η άγνοια συχνά μετατρέπεται σε φόβο, στιγματισμό, ντροπή ή οικογενειακή μυστικοπάθεια. Λες και η διάγνωση αποτελεί οικογενειακό σκάνδαλο που πρέπει να κρυφτεί από τη γειτονιά και όχι κατάσταση υγείας που χρειάζεται κατάλληλη επαγγελματική αντιμετώπιση και ένα περιβάλλον που τουλάχιστον δεν θα κάνει τα πράγματα χειρότερα.
Το «να το ξεπεράσεις» είναι υπέροχη συμβουλή, κυρίως για εκείνον που τη δίνει
Γιατί εκεί βρίσκεται όλη η μαγεία αυτών των συμβουλών. Δεν απαιτούν τίποτα από αυτόν που τις προσφέρει. Δεν χρειάζεται να ακούσει, να ενημερωθεί, να δείξει υπομονή, να μάθει πώς μπορεί να βοηθήσει, να συνοδεύσει τον άνθρωπό του σε έναν ειδικό όταν χρειάζεται ή απλώς να παραδεχτεί ότι δεν γνωρίζει. Του αρκεί να πετάξει ένα «πρέπει να το παλέψεις», ένα «όλα από το μυαλό ξεκινάνε» ή το διαχρονικό αριστούργημα «κι εγώ έχω προβλήματα αλλά δεν κάνω έτσι» και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έχει καταφέρει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό: να μετατρέψει την ασθένεια του άλλου σε διαγωνισμό χαρακτήρα στον οποίο, φυσικά, ο ίδιος ανακηρύσσεται νικητής.
Γιατί αυτό ακριβώς υπονοεί το «εγώ δεν κάνω έτσι». Ότι εσύ είσαι δυνατός και ο άλλος αδύναμος, ότι εσύ έχεις αυτοέλεγχο και εκείνος όχι, ότι εσύ αντιμετωπίζεις τη ζωή ενώ εκείνος παραδίδεται. Μόνο που συγκρίνεις δύο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικούς οργανισμούς και διαφορετικά προβλήματα, έχοντας ως μοναδικό επιστημονικό εργαλείο την προσωπική σου εμπειρία. Είναι περίπου σαν να λες σε κάποιον με άσθμα ότι κι εσύ λαχάνιασες ανεβαίνοντας τέσσερις ορόφους αλλά δεν ζήτησες εισπνεόμενο.
«Εγώ δεν πιστεύω στους ψυχολόγους»
Υπάρχει βέβαια και αυτή η αθάνατη σχολή σκέψης, συνήθως συνοδευόμενη από ένα ύφος ανθρώπου που θεωρεί ότι μόλις κατέρριψε έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο ανάμεσα στον καφέ και το κουλουράκι του. «Εγώ δεν πιστεύω στους ψυχολόγους», «εγώ δεν πιστεύω στα ψυχοφάρμακα», «εγώ πιστεύω ότι όλα είναι θέμα θέλησης».
Ευτυχώς η επιστήμη δεν χρειάζεται την πίστη μας για να λειτουργήσει. Ούτε η ψυχική ασθένεια περιμένει να ολοκληρωθεί οικογενειακό δημοψήφισμα για να αποφασίσει αν δικαιούται να υπάρχει. Και προφανώς κάθε θεραπευτική παρέμβαση πρέπει να γίνεται από τον κατάλληλο επαγγελματία και να προσαρμόζεται στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Αυτό όμως απέχει έτη φωτός από το να αποφασίζει ο κάθε συγγενής ότι μια διάγνωση είναι «μόδα», μια θεραπεία «υπερβολή» και ένας άνθρωπος που ζητά βοήθεια «κακομαθημένος».
Το ακόμη πιο ειρωνικό είναι ότι πολλές φορές αυτοί που δηλώνουν πως «παλιά δεν υπήρχαν τέτοια» μεγάλωσαν μέσα σε οικογένειες γεμάτες ανθρώπους που πιθανότατα υπέφεραν χωρίς ποτέ να έχουν πρόσβαση σε βοήθεια. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν έβγαιναν από το σπίτι, άνθρωποι που έπιναν για να αντέξουν, άνθρωποι που ζούσαν με ακραίους φόβους, άνθρωποι που περνούσαν μήνες κλεισμένοι στον εαυτό τους και άλλοι που χαρακτηρίζονταν απλώς «δύσκολοι», «περίεργοι», «νευρικοί» ή «τρελοί». Δεν ήταν περισσότερο υγιείς επειδή δεν υπήρχε διάγνωση. Ήταν περισσότερο μόνοι.
Δεν σου ζήτησε κανείς να γίνεις ψυχίατρος, άνθρωπος σου ζήτησαν να είσαι
Αυτό είναι ίσως το σημείο όπου τελειώνουν όλες οι δικαιολογίες. Κανείς δεν απαιτεί από έναν γονιό, έναν σύντροφο, έναν αδελφό ή έναν φίλο να γνωρίζει ψυχιατρική. Δεν χρειάζεται να ξέρεις να κάνεις διάγνωση, δεν πρέπει να παριστάνεις τον θεραπευτή και φυσικά δεν είσαι υποχρεωμένος να καταργήσεις τα δικά σου όρια ή να ανέχεσαι οποιαδήποτε συμπεριφορά επειδή κάποιος νοσεί. Υπάρχει όμως μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στο «δεν ξέρω πώς να σε βοηθήσω» και στο «δεν έχεις τίποτα».
Το πρώτο είναι ανθρώπινο. Το δεύτερο είναι ακύρωση.
Μπορείς να πεις «δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι περνάς, αλλά σε πιστεύω». Μπορείς να ρωτήσεις πώς μπορείς να βοηθήσεις. Μπορείς να ενημερωθείς από αξιόπιστες πηγές. Μπορείς να ενθαρρύνεις τον άνθρωπό σου να απευθυνθεί σε επαγγελματία ψυχικής υγείας. Μπορείς ακόμη και να παραδεχτείς ότι δυσκολεύεσαι κι εσύ και ότι χρειάζεσαι καθοδήγηση για να διαχειριστείς την κατάσταση. Όλα αυτά είναι απείρως πιο έντιμα από το να βαφτίζεις «χαζομάρα» κάτι που απλώς δεν καταλαβαίνεις.
Και κάπου εδώ έρχεται το πιο άβολο ερώτημα: μήπως απλώς δεν θέλεις να ασχοληθείς;
Γιατί δεν είναι πάντα άγνοια. Ας μην εξωραΐζουμε τα πάντα. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πίσω από το «σήκω και προχώρα» δεν κρύβεται κάποια παλιομοδίτικη αντίληψη περί ψυχικής υγείας αλλά μια πολύ πιο πεζή αλήθεια. Ο πόνος του άλλου μάς χαλάει την καθημερινότητα. Μας κουράζει να ακούμε. Μας κουράζει να επαναλαμβάνουμε. Μας κουράζει να βλέπουμε έναν άνθρωπο να μην επανέρχεται στον χρόνο που εμείς θεωρούμε λογικό. Θα θέλαμε να του δώσουμε δύο συμβουλές, να τις εφαρμόσει, να γίνει καλά και να συνεχίσουμε όλοι τη ζωή μας.
Και όταν αυτό δεν συμβαίνει, αντί να παραδεχτούμε ότι εμείς δεν αντέχουμε άλλο, είναι πολύ πιο βολικό να αποφασίσουμε ότι εκείνος «δεν προσπαθεί αρκετά».
Αυτό όμως δεν είναι πάντα ενδιαφέρον που εκφράζεται άτσαλα. Μερικές φορές είναι εγωισμός με φωτοστέφανο. Είναι το «θέλω να γίνεις καλά, αλλά κυρίως επειδή η ασθένειά σου με δυσκολεύει». Είναι η απαίτηση να αναρρώσει κάποιος σύμφωνα με το δικό μας χρονοδιάγραμμα, ώστε να επιστρέψει γρήγορα στον ρόλο που εξυπηρετούσε στη δική μας ζωή.
Ο άνθρωπός σου δεν χρειάζεται άλλον έναν αντίπαλο
Όποιος παλεύει με την ψυχική του υγεία έχει ήδη αρκετή δουλειά να κάνει. Μπορεί να χρειαστεί θεραπεία, ιατρική παρακολούθηση, φαρμακευτική αγωγή όπου ενδείκνυται, αλλαγές στην καθημερινότητά του, χρόνο, επιμονή και πιθανώς μια διαδρομή με πισωγυρίσματα. Αυτό που σίγουρα δεν χρειάζεται είναι να επιστρέφει στο σπίτι και να βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δεύτερο δικαστήριο, όπου πρέπει καθημερινά να αποδεικνύει ότι δεν προσποιείται, δεν τεμπελιάζει, δεν δραματοποιεί και δεν ανακάλυψε μια ασθένεια για να τραβήξει την προσοχή.
Και ναι, η ψυχική ασθένεια ενός ανθρώπου μπορεί να είναι δύσκολη και για το περιβάλλον του. Η στήριξη μπορεί να κουράσει, οι σχέσεις μπορεί να δοκιμαστούν και οι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα σε έναν ασθενή έχουν επίσης δικαίωμα σε όρια, βοήθεια και φροντίδα. Αυτή η αλήθεια όμως δεν χρειάζεται να ακυρώσει την άλλη, ότι το να λες σε έναν άνθρωπο που υποφέρει «χαζομάρες έχεις στο μυαλό σου» δεν είναι όριο, θεραπεία, αυστηρότητα ή «σκληρή αγάπη». Είναι ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός τρόπος να του δείξεις ότι, την ώρα που χρειάστηκε τον άνθρωπό του, βρήκε απέναντί του ακόμη έναν άνθρωπο που απαιτούσε να αποδείξει τον πόνο του.
Γιατί τελικά δεν χρειάζεται να καταλαβαίνεις κάθε ψυχικό νόσημα για να σταθείς δίπλα σε κάποιον. Χρειάζεται να έχεις την ταπεινότητα να παραδεχτείς ότι κάτι μπορεί να είναι πραγματικό ακόμη κι αν δεν το έχεις νιώσει, τη στοιχειώδη ευφυΐα να μην παριστάνεις τον ειδικό σε κάτι που αγνοείς και αρκετή αγάπη ώστε να μη μετατρέψεις την αδυναμία του άλλου σε ευκαιρία να επιδείξεις τη δική σου υποτιθέμενη δύναμη.
Γιατί, όταν ο δικός σου άνθρωπος σου λέει «δεν είμαι καλά», υπάρχουν πολλές απαντήσεις που μπορεί να μην είναι τέλειες. Υπάρχει όμως μία που αποκαλύπτει περισσότερα για εσένα παρά για εκείνον.
«Χαζομάρες έχεις στο μυαλό σου».
Ναι. Κάποιος μέσα σε αυτή τη συζήτηση έχει πράγματι ένα σοβαρό πρόβλημα με τον τρόπο που σκέφτεται το μυαλό του.
Και δεν είναι απαραίτητα αυτός που ζήτησε βοήθεια.
