Skip to main content

Από τον γονιό-τύραννο στο παιδί-τύραννο: Μήπως το παρακάναμε με το gentle parenting;

Ας το ξεκαθαρίσουμε από την πρώτη παράγραφο, γιατί διαφορετικά κάπου εδώ θα εμφανιστεί νοσταλγός της παντόφλας να μας εξηγήσει ότι «εμείς τρώγαμε και καμιά σφαλιάρα και μια χαρά μεγαλώσαμε».

Όχι. Δεν ήταν μια χαρά.

Καλώς καταργήθηκε το παλιό πρότυπο του γονιού-μπαμπούλα. Καλώς αφήσαμε πίσω μας τον πατέρα που αρκούσε να μπει στο σπίτι για να παγώσει το αίμα των παιδιών και τη μητέρα που θεωρούσε ότι η υπακοή επιτυγχάνεται καλύτερα με φόβο, απειλή και ενοχή. Καλώς σταματήσαμε να θεωρούμε «σεβασμό» το να τρέμει ένα παιδί μήπως κάνει λάθος. Καλώς αρχίσαμε να ακούμε τα παιδιά μας, να τους επιτρέπουμε να εκφράζουν θυμό, φόβο, στενοχώρια και διαφωνία. Και, κυρίως, καλώς καταλάβαμε επιτέλους ότι ένα παιδί δεν χρειάζεται να φοβάται τον γονιό του για να τον σέβεται.

Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.

Ως κοινωνία έχουμε ένα αξιοθαύμαστο ταλέντο να διορθώνουμε το ένα άκρο πηγαίνοντας καρφί στο άλλο.

Και κάπως έτσι, από το παιδί που έτρεμε τον γονιό, φτάσαμε σε σπίτια όπου ο γονιός τρέμει το παιδί. Μην του πεις απότομα «όχι», θα στενοχωρηθεί. Μην επιμείνεις να κάνει κάτι που δεν θέλει, θα θυμώσει. Μην του στερήσεις κάτι, θα νιώσει απόρριψη. Μην το πιέσεις να ζητήσει συγγνώμη. Μην το αναγκάσεις να μοιραστεί. Μην, μην, μην.

Στο τέλος μένει ένας ενήλικας που περπατάει στις μύτες των ποδιών του γύρω από ένα εξάχρονο, προσπαθώντας να περάσει τη μέρα χωρίς να προκαλέσει “διπλωματικό επεισόδιο”.

Καλώς ήρθατε στη νέα οικογενειακή πραγματικότητα. Kαταργήσαμε τον αυταρχικό γονιό και σε ορισμένες περιπτώσεις βάλαμε στη θέση του το αυταρχικό παιδί.

Και όχι, αυτό ΔΕΝ είναι gentle parenting.

Η ουσία της ήπιας διαπαιδαγώγησης είναι εξαιρετικά σημαντική. Σεβασμός, επικοινωνία, ενσυναίσθηση, όρια χωρίς ταπείνωση και φόβο. Το παιδί αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος και όχι ως στρατιώτης που οφείλει να εκτελεί εντολές.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το «σέβομαι το συναίσθημά σου» μεταφράζεται σε «δεν θα σου προκαλέσω ποτέ κανένα δυσάρεστο συναίσθημα». Γιατί τότε η ενσυναίσθηση γίνεται υποχώρηση, το όριο γίνεται διαπραγμάτευση και ο γονιός καταλήγει να ζητά περίπου την άδεια του παιδιού για να ασκήσει τον ρόλο του. Και το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα ένα ελεύθερο, συναισθηματικά ώριμο παιδί. Μερικές φορές είναι απλώς ένα κακομαθημένο παιδί που γνωρίζει εξαιρετικά καλά τα δικαιώματά του και ελάχιστα τις υποχρεώσεις του απέναντι στους άλλους. Ένα παιδί που ξέρει ότι πρέπει να σεβαστείς τον θυμό του, αλλά δεν έχει μάθει να σέβεται το δικό σου «όχι». Που ξέρει ότι έχει ανάγκες, αλλά δυσκολεύεται να καταλάβει ότι ανάγκες έχουν και οι υπόλοιποι. Που έχει μάθει να εκφράζεται, και πολύ καλά έκανε, αλλά όχι απαραίτητα να ακούει.

Το βλέπουμε καθημερινά.

Στο εστιατόριο, όπου το παιδί μπορεί να μετατρέψει τον χώρο σε παιδότοπο και όποιος ενοχληθεί θεωρείται περίπου εχθρός της παιδικής ηλικίας.

Στο κατάστημα, όπου το «δεν θα αγοράσουμε παιχνίδι» καταλήγει σε διαπραγματεύσεις που θα ζήλευε διεθνής σύνοδος κορυφής.

Στην παιδική χαρά, όπου πρέπει κάποιος να εξηγήσει ότι η τσουλήθρα δεν αγοράστηκε με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης από ένα συγκεκριμένο παιδί.

Και στο σπίτι, όπου δύο ενήλικες οργανώνουν την καθημερινότητά τους γύρω από το βασικό ερώτημα. «Πώς θα το πούμε για να μη θυμώσει;»

Μόνο που το παιδί δεν γεννήθηκε πιστεύοντας ότι κυβερνάει.

Κάποιος του έδωσε τον θρόνο.

Αν κάθε φορά που φωνάζει αλλάζει η απόφαση, θα φωνάξει. Αν κάθε φορά που επιμένει παίρνει αυτό που θέλει, θα επιμείνει. Αν το «όχι» μετά από αρκετή γκρίνια γίνεται «εντάξει», το παιδί δεν έμαθε ότι πρέπει να εκφράζει τα συναισθήματά του. Έμαθε ότι το «όχι» είναι απλώς η πρώτη προσφορά μιας διαπραγμάτευσης.

Και τα παιδιά είναι πανέξυπνα σε αυτό. Καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα πού βρίσκεται το όριο. Ακόμη γρηγορότερα καταλαβαίνουν πότε δεν υπάρχει.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι έχουμε αρχίσει να δίνουμε πολύ κομψά ονόματα σε συμπεριφορές που παλιότερα θα περιγράφαμε πολύ απλούστερα.

Δεν δέχεται «όχι»; Έχει ισχυρή προσωπικότητα.

Θέλει πάντα να γίνεται το δικό του; Ξέρει τι θέλει.

Διακόπτει συνεχώς; Είναι εκφραστικό.

Απαιτεί τα πάντα εδώ και τώρα; Είναι δυναμικό.

Δεν δέχεται κανόνες; Έχει ανεξάρτητο πνεύμα.

Με λίγη ακόμη δημιουργικότητα, σε λίγο ο εγωκεντρισμός θα θεωρείται leadership skill.

Υπάρχει όμως μια λέξη που έχουμε αρχίσει να φοβόμαστε. ΚΑΚΟΜΑΘΗΜΕΝΟ.

Και κακομαθημένο δεν είναι απαραίτητα το παιδί που έχει πολλά παιχνίδια, ακριβά ρούχα ή περισσότερα πράγματα απ’ όσα χρειάζεται. Κακομαθημένο είναι το παιδί που έχει μάθει ότι η επιθυμία του αποτελεί προτεραιότητα για όλους. Ότι η δυσαρέσκειά του είναι κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ότι όταν κάποιος του βάζει όριο, εκείνος είναι ο κακός. Ότι ο κόσμος οφείλει να προσαρμόζεται πάνω του. Και το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ζητάμε συχνά από ολόκληρη την κοινωνία να συμμετέχει σε αυτό.

Αν ο δάσκαλος βάλει όρια, είναι αυστηρός.

Αν ένας άλλος γονιός παραπονεθεί για τη συμπεριφορά του, «έχει πρόβλημα με τα παιδιά».

Αν κάποιος απαιτήσει στοιχειώδη ευγένεια, «δεν καταλαβαίνει».

Όλοι πρέπει να καταλάβουν το παιδί.

Μόνο που υπάρχει μία ερώτηση που ξεχνάμε να κάνουμε:

Πότε θα μάθει το παιδί να καταλαβαίνει τους άλλους;

Γιατί ο σεβασμός δεν μπορεί να λειτουργεί μονόδρομα. Δεν γίνεται να διδάσκεις σε ένα παιδί ότι «κανείς δεν έχει δικαίωμα να παραβιάζει τα όριά σου» χωρίς να προσθέσεις «ούτε εσύ έχεις δικαίωμα να παραβιάζεις τα όρια των άλλων». Δεν γίνεται να του λες «η φωνή σου πρέπει να ακούγεται» χωρίς να του μάθεις ότι μερικές φορές πρέπει να σταματά να μιλάει για να ακούσει και μια άλλη φωνή. Και κυρίως, δεν γίνεται να του λες καθημερινά πόσο ξεχωριστό είναι χωρίς να του εξηγείς ότι ξεχωριστοί είναι και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω του.

Γιατί κάποια στιγμή ο μικρός αυτοκράτορας θα βγει από το παλάτι. Θα πάει στο πανεπιστήμιο, στη δουλειά, σε μια σχέση, σε μια παρέα. Και εκεί θα συμβεί κάτι τρομακτικό. Ο κόσμος δεν θα προσαρμοστεί. Ο καθηγητής μπορεί να βάλει κακό βαθμό. Ο εργοδότης μπορεί να πει «όχι». Ο σύντροφος μπορεί να έχει διαφορετικές ανάγκες. Ο φίλος μπορεί να κουραστεί να υποχωρεί. Κάποιος μπορεί να τον απορρίψει. Κάποιος άλλος μπορεί απλώς να μη θεωρήσει ότι οι επιθυμίες του έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις δικές του. Και τότε θα ανακαλύψει τη διαφορά ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και στην αίσθηση ότι ο κόσμος τού χρωστάει.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να επιστρέψουμε ούτε ένα εκατοστό πίσω στην εποχή του γονιού-μπαμπούλα. Δεν χρειάζεται φόβος, ταπείνωση, απειλές ή «επειδή το λέω εγώ». Εκείνη η εποχή καλώς τελείωσε.

Χρειάζεται όμως να θυμηθούμε ότι ανάμεσα στον φόβο και στην ασυδοσία υπάρχει κάτι που λέγεται όριο. Μπορείς να αγαπάς ένα παιδί και να του λες «όχι». Μπορείς να σέβεσαι το συναίσθημά του χωρίς να ικανοποιείς κάθε απαίτησή του. Μπορείς να το αφήσεις να θυμώσει χωρίς να αλλάξεις απόφαση. Και, ναι, μπορείς να επιτρέψεις στο παιδί σου να ανακαλύψει ότι μερικές φορές δεν θα γίνεται το δικό του.

Δεν θα πάθει τίποτα.

Αντίθετα, μπορεί να μάθει ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που θα χρειαστεί ως ενήλικας.

Είσαι σημαντικός, αλλά δεν είσαι σημαντικότερος από όλους τους άλλους.

Καλώς λοιπόν κατεβάσαμε από τον θρόνο τον γονιό-τύραννο. Ήταν καιρός. Απλώς, μέσα στον ενθουσιασμό μας, ίσως έπρεπε να θυμηθούμε κάτι.

Ο στόχος ήταν να καταργήσουμε τον θρόνο και όχι να ανεβάσουμε πάνω του το παιδί.