Το “ΟΧΙ” ενός παιδιού δεν είναι φάση – Είναι μόνιμη εγκατάσταση λογισμικού
Υπάρχει ένας αστικός μύθος που κυκλοφορεί ανάμεσα σε παιδίατρους, βιβλία ανατροφής και αισιόδοξους ανθρώπους που δεν έχουν παιδιά. Λέει ότι «η φάση του όχι» εμφανίζεται γύρω στα δύο και κάποια στιγμή… περνάει. Ναι, όπως περνάει και η Δευτέρα. Δηλαδή ποτέ. Απλώς μεταμφιέζεται. Στα δύο ακούς «όχι» γιατί δεν θέλει να φορέσει κάλτσες. Στα τέσσερα γιατί το τοστ κόπηκε σε τρίγωνα αντί για τετράγωνα. Στα επτά γιατί το νερό είναι… πολύ βρεγμένο. Στα δεκατέσσερα γιατί τόλμησες να χτυπήσεις την πόρτα του δωματίου του. Το παιδί δεν μεγαλώνει. Το «όχι» του αποκτά εμπειρία.
Στην αρχή προσπαθείς να το αντιμετωπίσεις πολιτισμένα. Με ήρεμη φωνή, επιλογές, ενσυναίσθηση και βαθιές ανάσες. «Θες το κόκκινο ή το μπλε μπλουζάκι;» ρωτάς, λες και είσαι εκπαιδευμένος διαπραγματευτής του ΟΗΕ. «Κανένα!» απαντάει εκείνο, γυμνό στη μέση του σαλονιού, ενώ εσύ έχεις ήδη αργήσει είκοσι λεπτά στη δουλειά. Κάποια στιγμή πιάνεις τον εαυτό σου να παρακαλάει ένα δίχρονο σαν να χρωστάς χάρη σε αρχηγό μαφίας. «Σε παρακαλώ… βάλε μόνο ένα παπούτσι. Το άλλο θα το διαπραγματευτούμε στον δρόμο.»
Το πραγματικό ταλέντο των παιδιών, όμως, δεν είναι το «όχι». Είναι το timing. Δεν θα αρνηθούν όταν έχεις χρόνο. Θα το κάνουν πέντε λεπτά πριν φύγετε για γάμο. Όταν φοράς άσπρο πουκάμισο. Όταν έχεις καυτό καφέ στο χέρι. Όταν σε κοιτάζουν ήδη είκοσι άνθρωποι. Εκεί θα αποφασίσουν ότι δεν μπαίνουν στο αυτοκίνητο, δεν φορούν παντελόνι και ότι ο μόνος τρόπος να εκφράσουν τα συναισθήματά τους είναι να γίνουν ένα με το πάτωμα του σούπερ μάρκετ. Ξαπλωμένοι ανάμεσα στα απορρυπαντικά, ουρλιάζοντας σαν να τους στερείς το δικαίωμα στην ελευθερία και όχι ένα γλειφιτζούρι των 50 λεπτών. Κι εσύ, από πάνω, χαμογελάς αμήχανα στους περαστικούς, ενώ μέσα σου έχεις ήδη κλείσει εισιτήριο χωρίς επιστροφή για μια καλύβα σε βουνό χωρίς Wi-Fi… και χωρίς ανθρώπους.
Και όσο μεγαλώνουν, το «όχι» εξελίσσεται. Γίνεται επιστήμη. Δεν σου λένε πια «όχι». Σου πετάνε το «θα δω», το «σε λίγο», το «χαλάρωσε», το «όλοι οι άλλοι μπορούν», το «δεν καταλαβαίνεις», λες και ξαφνικά συγκατοικείς με έναν έφηβο φιλόσοφο που γράφει διατριβή με θέμα «Γιατί οι γονείς κάνουν λάθος από προεπιλογή». Το πιο εντυπωσιακό; Μπορούν να σε αντικρούσουν με τέτοια αυτοπεποίθηση, που για μια στιγμή αμφιβάλλεις αν όντως εσύ πλήρωσες τον λογαριασμό του ίντερνετ ή αν τους χρωστάς κιόλας.
Κάπου εκεί συνειδητοποιείς τη μεγάλη αλήθεια της γονεϊκότητας. Δεν κερδίζεις ποτέ τη μάχη με το «όχι». Απλώς αλλάζεις στρατηγική, πίνεις τον καφέ σου κρύο, μαθαίνεις να διαπραγματεύεσαι για πράγματα που δεν φανταζόσουν ποτέ ότι θα διαπραγματευτείς — όπως το αν πρέπει να φορεθούν εσώρουχα — και αποκτάς υπερφυσική αντοχή στην έκθεση. Και όταν, μετά από χρόνια, λες εσύ «όχι» σε μια έξοδο γιατί κουράστηκες, ακούς το παιδί σου να σου λέει: «Έλα μωρέ, μην κάνεις έτσι…». Εκεί είναι που γελάς. Όχι επειδή έχει πλάκα. Αλλά γιατί, αν δεν γελάσεις, θα αρχίσεις να κλαις μαζί με το παιδί… στο πάτωμα του σούπερ μάρκετ.
Και κάπως έτσι, αν είσαι γονιός και ακόμα περιμένεις να «περάσει η φάση του όχι», έχω άσχημα νέα: πιο πιθανό είναι να διπλωθούν μόνα τους τα άπλυτα, να εξαφανιστούν τα τουβλάκια LEGO από το πάτωμα και να ακούσεις τη φράση «είχες δίκιο, μαμά» πριν τα σαράντα τους. Το «όχι» δεν φεύγει ποτέ. Απλώς μεγαλώνει, τελειοποιείται και αλλάζει λεξιλόγιο. Οπότε χαλάρωσε, γέλα όσο μπορείς και αποδέξου ότι στο σπίτι δεν είσαι ο αρχηγός. Είσαι ο χορηγός, ο οδηγός, ο μάγειρας, ο ψυχολόγος, ο φορτιστής κινητών και ο επίσημος διαπραγματευτής ενός μικρού ανθρώπου που έχει μετατρέψει την άρνηση σε Ολυμπιακό άθλημα. Και το χειρότερο; Κάποια στιγμή θα πιάσεις τον εαυτό σου να του λέει «όχι» με ακριβώς τον ίδιο τόνο που στο έλεγε κάποτε η μάνα σου… και τότε θα καταλάβεις ότι τελικά η ζωή έχει χιούμορ. Πολύ μαύρο χιούμορ !
