Στέλλα Αργυρίου | Εξελικτική -Εκπαιδευτική Ψυχολόγος : «Η αλλαγή ξεκινά από εμάς»- Μια ολιστική προσέγγιση στην προσωπική ανάπτυξη
Οι ανθρώπινες σχέσεις, η ψυχική ανθεκτικότητα και η ενεργός συμμετοχή στα κοινά αποτελούν ζητήματα που απασχολούν ολοένα και περισσότερο τη σύγχρονη κοινωνία. Σε μια εποχή όπου οι προσωπικές ισορροπίες δοκιμάζονται, η μοναξιά εντείνεται και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς αμφισβητείται, η επιστημονική γνώση και η κοινωνική προσφορά αποκτούν ξεχωριστή αξία.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η ψυχολόγος Στέλλα Αργυρίου που συνδυάζει την επιστημονική της ιδιότητα με την ενεργή παρουσία στα κοινά, επιχειρώντας να φωτίσει τις προκλήσεις των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά και να αναδείξει τη σημασία της συμμετοχής, της ευθύνης και της συλλογικής δράσης ως πυλώνων μιας πιο υγιούς και αισιόδοξης κοινωνίας.

Βιογραφικό :
Η Στέλλα Αργυρίου είναι πτυχιούχος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου La Sapienza της Ρώμης, με εξειδίκευση στην Εξελικτική και Εκπαιδευτική Ψυχολογία. Η διπλωματική της εργασία επικεντρώθηκε στις διατροφικές διαταραχές στην εφηβεία και στη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία. Με την επιστροφή της στην Ελλάδα εντάχθηκε στις κλινικές και επιστημονικές δραστηριότητες του Παιδοψυχιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά «Τζάνειο», συμμετέχοντας στη διαγνωστική αξιολόγηση και στη θεραπευτική παρέμβαση παιδιών και εφήβων.
Αξιοποιώντας την εμπειρία της, υπήρξε από τους πρώτους ψυχολόγους στην Ελλάδα που εφάρμοσαν τη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, τόσο μέσα από ατομικές όσο και από ομαδικές συνεδρίες.
Από το 2014 είναι επιστημονική συνεργάτιδα και υπεύθυνη της ομάδας ψυχολόγων στις «Αθλητικές Ακαδημίες ΟΠΑΠ», μια πρωτοποριακή δράση εταιρικής κοινωνικής ευθύνης που προάγει τις αξίες του αθλητισμού και στοχεύει στην καλλιέργεια δεξιοτήτων ζωής στα παιδιά, ανεξάρτητα από το αν θα ακολουθήσουν επαγγελματική αθλητική πορεία ή θα παραμείνουν ενεργοί φίλοι του αθλητισμού.
Παράλληλα, τα τελευταία δέκα χρόνια συνεργάζεται με ιδιωτικές γεροντολογικές κλινικές, όπου υποστηρίζει ασθενείς με διαταραχές μνήμης και συμβουλευτικά το οικογενειακό τους περιβάλλον.
Από το 2023 είναι εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος του Δήμου Καβάλας και από το
2025 διατελεί γραμματέας Ψυχικής Υγείας του ΠΑΣΟΚ.
Ακολουθεί η συνέντευξη που παρέθεσε στο metro24.gr :
Μέσα από την εμπειρία και την επαγγελματική σας πορεία, ποιες θεωρείτε ότι είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι άνθρωποι στις διαπροσωπικές και συντροφικές τους σχέσεις;
Νομίζω ότι οι άνθρωποι σήμερα έχουν μεγάλη ανάγκη να συνδεθούν ουσιαστικά, αλλά ταυτόχρονα φοβούνται πολύ να εκτεθούν. Θέλουμε να μας καταλάβουν, χωρίς πάντοτε να λέμε καθαρά τι αισθανόμαστε. Θέλουμε να μας αγαπούν όπως είμαστε, αλλά πολλές φορές παρουσιάζουμε μια πιο δυνατή ή πιο «τακτοποιημένη» εκδοχή του εαυτού μας, επειδή φοβόμαστε μήπως η ευάλωτη πλευρά μας δεν γίνει αποδεκτή.
Βλέπω επίσης ότι υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην επικοινωνία. Όχι επειδή δεν μιλάμε, αλλά επειδή συχνά ακούμε για να απαντήσουμε και όχι για να καταλάβουμε. Πίσω από έναν θυμό μπορεί να υπάρχει φόβος, πίσω από μια απόσταση μπορεί να υπάρχει απογοήτευση και πίσω από μια έντονη αντίδραση μπορεί να κρύβεται η ανάγκη κάποιου να νιώσει ότι έχει σημασία.
Οι σχέσεις, όμως, χρειάζονται χρόνο, παρουσία και υπομονή. Και αυτά είναι πράγματα που η σημερινή καθημερινότητα, με την ταχύτητα και την πίεσή της, δεν μας βοηθά πάντοτε να προσφέρουμε.
Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε μια σχέση που περνά μια δύσκολη περίοδο και σε μια πραγματικά τοξική σχέση;
Μια δύσκολη περίοδος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια σχέση είναι κακή. Όλες οι σχέσεις δοκιμάζονται. Υπάρχουν στιγμές κούρασης, έντασης, απομάκρυνσης και παρεξηγήσεων. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στο τι συμβαίνει μετά τη σύγκρουση. Υπάρχει διάθεση να ακούσει ο ένας τον άλλον; Υπάρχει τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στη διαφωνία; Μπορούν και οι δύο να αναγνωρίσουν τα λάθη τους και να προσπαθήσουν ξανά;
Σε μια τοξική σχέση, συνήθως ο πόνος δεν αποτελεί μια δύσκολη εξαίρεση αλλά γίνεται καθημερινό μοτίβο. Ο άνθρωπος αρχίζει να φοβάται να μιλήσει, να αμφιβάλλει για τον εαυτό του, να αισθάνεται ενοχές για κάθε του ανάγκη ή να μικραίνει συνεχώς για να μην ενοχλεί τον άλλον.
Για μένα, ένα πολύ ουσιαστικό ερώτημα είναι το εξής: «Μέσα σε αυτή τη σχέση μπορώ να είμαι ο εαυτός μου ή προσπαθώ διαρκώς να γίνω κάποιος άλλος για να μη χάσω τον άνθρωπο που έχω απέναντί μου;». Μια σχέση μπορεί να μας δυσκολεύει κάποιες φορές, αλλά δεν θα πρέπει να μας κάνει να χάνουμε την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την αίσθηση του εαυτού μας.
Σε ποιον βαθμό πιστεύετε ότι τα κοινωνικά πρότυπα, η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ο φόβος της μοναξιάς, διαμορφώνουν τις επιλογές των ανθρώπων στις σχέσεις τους;
Πιστεύω ότι μας επηρεάζουν περισσότερο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Μεγαλώνουμε έχοντας στο μυαλό μας μια συγκεκριμένη εικόνα για το πώς «πρέπει» να εξελιχθεί η ζωή μας: να βρούμε έναν σύντροφο, να δημιουργήσουμε οικογένεια, να ακολουθήσουμε μια συγκεκριμένη πορεία και, φυσικά, να δείχνουμε ευτυχισμένοι.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάνουν αυτή την πίεση ακόμη μεγαλύτερη. Βλέπουμε όμορφες φωτογραφίες, ταξίδια, επετείους και χαμογελαστά ζευγάρια, αλλά δεν βλέπουμε τις σιωπές, τις δυσκολίες ή τις στιγμές αμφιβολίας. Έτσι, συγκρίνουμε ολόκληρη τη δική μας πραγματικότητα με λίγες επιλεγμένες στιγμές από τη ζωή των άλλων.
Ο φόβος της μοναξιάς είναι επίσης πολύ ισχυρός. Μπορεί να μας κάνει να επιστρέφουμε σε ανθρώπους που μας έχουν πληγώσει ή να παραμένουμε σε σχέσεις που έχουν πάψει να μας χωρούν. Όμως πολλές φορές η μεγαλύτερη μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος. Είναι να βρίσκεσαι δίπλα σε κάποιον και να αισθάνεσαι ότι δεν σε βλέπει, δεν σε ακούει και δεν σε γνωρίζει πραγματικά.
Ποιο ήταν το προσωπικό κίνητρο ή το ερέθισμα που σας οδήγησε να ασχοληθείτε ενεργά με τα κοινά;
Δεν θα έλεγα ότι υπήρξε μία συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία αποφάσισα ξαφνικά να ασχοληθώ με τα κοινά. Ήταν περισσότερο μια ανάγκη που ωρίμαζε μέσα μου. Όταν έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους, ακούς τις δυσκολίες τους και βλέπεις πόσο συχνά αισθάνονται ότι δεν έχουν φωνή, είναι δύσκολο να παραμένεις αμέτοχος.
Με προβλημάτιζε πάντοτε η ευκολία με την οποία συνηθίζουμε τα πράγματα που δεν λειτουργούν. Λέμε «έτσι είναι η κατάσταση», απογοητευόμαστε και απομακρυνόμαστε. Κάποια στιγμή, όμως, αισθάνθηκα ότι δεν ήθελα απλώς να σχολιάζω όσα συμβαίνουν, αλλά να προσπαθήσω να συμμετέχω, να ακούω και να συμβάλλω όσο μπορώ.
Δεν θεωρώ ότι η ενασχόληση με τα κοινά σημαίνει πως κάποιος έχει όλες τις λύσεις. Για μένα σημαίνει ότι δεν παύει να ενδιαφέρεται. Ότι παραμένει κοντά στους ανθρώπους και προσπαθεί να μετατρέψει την ανησυχία σε πράξη.
Πώς πιστεύετε ότι συνδέεται η ψυχολογία με τη δημόσια ζωή και τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική ή η κοινωνική δράση;
Η ψυχολογία και η δημόσια ζωή συνδέονται βαθιά, γιατί πίσω από κάθε κοινωνικό ζήτημα υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχουν φόβοι, ανάγκες, ανασφάλειες, ελπίδες και βιώματα που δεν αποτυπώνονται πάντοτε στους αριθμούς.
Μπορεί μια πολιτική απόφαση να φαίνεται σωστή στα χαρτιά, αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι πώς αγγίζει τη ζωή του ανθρώπου. Τον κάνει να αισθάνεται ασφαλής; Τον βοηθά να σταθεί στα πόδια του; Του δίνει χώρο και αξιοπρέπεια ή τον κάνει να αισθάνεται αόρατος;
Πιστεύω επίσης ότι όποιος βρίσκεται στη δημόσια ζωή χρειάζεται αυτογνωσία. Η εξουσία, η έκθεση και η διαρκής κριτική μπορούν εύκολα να απομακρύνουν έναν άνθρωπο από τον αρχικό του σκοπό. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να θυμάται γιατί ξεκίνησε, να αντέχει να ακούει και όσα δεν του είναι ευχάριστα και να μην αντιμετωπίζει τους πολίτες ως ένα απρόσωπο σύνολο. Η ενσυναίσθηση δεν είναι αδυναμία στην πολιτική, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να παραμένει η πολιτική ανθρώπινη.Τι μπορεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τους νέους ανθρώπους να συμμετέχουν ενεργά στα κοινά;
Καταλαβαίνω την απογοήτευση των νέων ανθρώπων. Όταν ακούς συνεχώς υποσχέσεις και βλέπεις ελάχιστες αλλαγές, είναι φυσικό να χάνεις την εμπιστοσύνη σου. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τους νέους να συμμετέχουν, αν προηγουμένως δεν είμαστε πραγματικά πρόθυμοι να τους ακούσουμε.
Οι νέοι δεν χρειάζονται άλλον έναν άνθρωπο που θα τους πει τι πρέπει να κάνουν. Χρειάζονται χώρο για να μιλήσουν, να προτείνουν, να δοκιμάσουν και ακόμη και να κάνουν λάθη. Χρειάζονται να δουν ότι η παρουσία τους δεν είναι διακοσμητική και ότι η άποψή τους μπορεί πραγματικά να επηρεάσει μια απόφαση.
Νομίζω ότι αυτό που μπορεί να τους κινητοποιήσει είναι η αίσθηση πως κάτι αλλάζει έμπρακτα. Μια μικρή αλλαγή στη γειτονιά, μια πρωτοβουλία αλληλεγγύης ή μια ομάδα ανθρώπων που καταφέρνει να λύσει ένα πραγματικό πρόβλημα μπορεί να εμπνεύσει περισσότερο από πολλές ομιλίες. Η συμμετοχή γεννιέται όταν ο άνθρωπος αισθανθεί ότι δεν είναι μόνος και ότι η προσπάθειά του έχει αντίκρισμα.
Κλείνοντας, ποιο μήνυμα θα θέλατε να μεταφέρετε στους αναγνώστες, ως αφορμή για ουσιαστικό προβληματισμό και προσωπική αναστοχαστική διεργασία;
Θα ήθελα να τους πω να μην κυνηγούν με τόση αγωνία την τελειότητα. Η τέλεια σχέση, η τέλεια ζωή, η τέλεια εικόνα δεν υπάρχουν. Και πολλές φορές, στην προσπάθειά μας να φτάσουμε σε κάτι ιδανικό, προσπερνάμε όσα αληθινά έχουν αξία.
Να μην αναβάλλουν τη ζωή τους περιμένοντας να έρθουν οι τέλειες συνθήκες. Να δίνουν χώρο στις μικρές στιγμές, στους ανθρώπους που τους κάνουν να νιώθουν ο εαυτός τους, στην ηρεμία, στη χαρά και στην απλότητα.
Και κυρίως, να μην υποτιμούν τη λέξη «ευτυχία». Η ευτυχία δεν είναι κάτι επιφανειακό, ούτε μια πολυτέλεια που πρέπει να αισθανόμαστε ενοχές επειδή τη θέλουμε. Είναι μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Μπορεί να μην είναι μόνιμη και να μην είναι πάντα εντυπωσιακή, αλλά συχνά βρίσκεται εκεί όπου υπάρχει αλήθεια, αγάπη, ελευθερία και εσωτερική γαλήνη.
Ίσως τελικά το σημαντικό δεν είναι να φτιάξουμε μια τέλεια ζωή, αλλά μια ζωή που να μας μοιάζει και να μας κάνει πραγματικά ευτυχισμένους !
Η συζήτηση με τη Στέλλα Αργυρίου ανέδειξε τη σημασία της ψυχικής υγείας ως θεμελιώδους πυλώνα της ανθρώπινης ευημερίας, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο της ενσυναίσθησης, της αυτογνωσίας και της ουσιαστικής επικοινωνίας στις διαπροσωπικές σχέσεις και στη δημόσια ζωή. Μέσα από την επιστημονική της εμπειρία και τη διαδρομή της στην κοινωνική και πολιτική δράση, υπογραμμίζει ότι η προσωπική εξέλιξη και η συλλογική πρόοδος ξεκινούν από την κατανόηση του εαυτού μας και τη διάθεση να ακούμε πραγματικά τον άλλον.
Σε μια εποχή γεμάτη προκλήσεις και διαρκείς αλλαγές, το μήνυμά της λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ουσιαστική αλλαγή δεν επιβάλλεται· καλλιεργείται καθημερινά μέσα από μικρές πράξεις ευθύνης, αυθεντικότητας και σεβασμού προς τον άνθρωπο. Γιατί, τελικά, κάθε μεγάλη αλλαγή ξεκινά από εμάς…
