Skip to main content

Όταν ο φόβος γίνεται καθημερινότητα, είναι ώρα να μιλήσεις

Κάθε φορά που μια ακόμη είδηση κακοποίησης ή γυναικοκτονίας καταλαμβάνει τα πρωτοσέλιδα, η κοινωνία μοιάζει να συγκλονίζεται. Για λίγες ημέρες συζητάμε, αναλύουμε, αναρωτιόμαστε πώς συνέβη, πώς δεν το είδε κανείς, γιατί δεν μίλησε νωρίτερα το θύμα, γιατί δεν παρενέβη κάποιος από το περιβάλλον του. Και έπειτα, σχεδόν πάντα, η επικαιρότητα προχωρά στο επόμενο θέμα. Όμως για χιλιάδες γυναίκες η βία δεν είναι μια είδηση που περνά. Είναι μια καθημερινότητα που επαναλαμβάνεται πίσω από κλειστές πόρτες, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η κακοποίηση δεν ξεκινά συνήθως με τη βία που αφήνει εμφανή σημάδια στο σώμα. Ξεκινά πολύ νωρίτερα. Ξεκινά με τον έλεγχο, τη χειραγώγηση, την υποτίμηση, την απομόνωση. Με τη συστηματική προσπάθεια ενός ανθρώπου να στερήσει από έναν άλλον την αυτονομία, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του. Ένα επικριτικό σχόλιο γίνεται καθημερινή απαξίωση. Η ζήλια βαφτίζεται αγάπη. Ο έλεγχος παρουσιάζεται ως ενδιαφέρον. Οι απειλές μεταμφιέζονται σε δήθεν έντονες εκδηλώσεις συναισθήματος. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβει ούτε η ίδια πολλές φορές, μια γυναίκα αρχίζει να ζει μέσα σε έναν αόρατο κλοιό φόβου.

Η κοινωνία εξακολουθεί να δυσκολεύεται να κατανοήσει αυτή τη διαδικασία. Πολλοί εξακολουθούν να αναρωτιούνται γιατί μια γυναίκα δεν φεύγει αμέσως από μια κακοποιητική σχέση. Η ερώτηση όμως συχνά τίθεται λάθος. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί δεν φεύγει, αλλά γιατί κάποιος θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να την κακοποιεί. Η αποχώρηση από μια τέτοια σχέση δεν είναι μια απλή απόφαση. Είναι μια σύνθετη και πολλές φορές επικίνδυνη διαδικασία. Υπάρχουν φόβοι, οικονομικές εξαρτήσεις, παιδιά, κοινωνικές πιέσεις, συναισθηματικοί δεσμοί, απειλές, ενοχές και μια ψυχολογική φθορά που έχει χτιστεί σταδιακά μέσα στον χρόνο.

Πολλές γυναίκες έχουν πει ότι κάποια στιγμή έπαψαν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Όχι επειδή άλλαξαν, αλλά επειδή έμαθαν να επιβιώνουν. Έμαθαν να μετρούν τα λόγια τους, να αποφεύγουν αντιδράσεις, να ζουν σε διαρκή επιφυλακή. Έμαθαν να προσαρμόζονται σε μια πραγματικότητα που δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρηθεί φυσιολογική. Και όταν η βία επαναλαμβάνεται για καιρό, η αυτοπεποίθηση διαβρώνεται. Η αίσθηση της προσωπικής αξίας μειώνεται. Το θύμα αρχίζει να αμφισβητεί ακόμη και τη δική του κρίση.

Γι’ αυτό και η σιωπή δεν είναι ένδειξη αποδοχής. Πολύ συχνά είναι αποτέλεσμα φόβου. Είναι αποτέλεσμα εξάντλησης. Είναι η συνέπεια μιας κατάστασης που έχει στερήσει από το θύμα την αίσθηση ότι υπάρχει διέξοδος. Και ακριβώς γι’ αυτό η κοινωνία οφείλει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τη σιωπή ως επιλογή και να αρχίσει να τη βλέπει ως κραυγή που δεν έχει ακόμη βρει τρόπο να ακουστεί.

Η ευθύνη, όμως, δεν ανήκει μόνο στα θύματα και στις αρμόδιες αρχές. Ανήκει και σε όλους εμάς. Στους φίλους, στους συγγενείς, στους συναδέλφους, στους γείτονες. Πόσες φορές έχουμε ακούσει φωνές από ένα διπλανό σπίτι και επιλέξαμε να μην ανακατευτούμε; Πόσες φορές είδαμε μια γυναίκα να απομακρύνεται από τον κοινωνικό της κύκλο, να δείχνει φοβισμένη ή διαρκώς αγχωμένη, και θεωρήσαμε ότι πρόκειται για προσωπική της υπόθεση; Πόσες φορές ακούσαμε υποτιμητικές συμπεριφορές και τις δικαιολογήσαμε ως «χαρακτήρα» ή ως «ένταση της στιγμής»;

Η αδιαφορία δεν είναι ουδέτερη στάση. Όταν η βία συμβαίνει μπροστά στα μάτια μιας κοινωνίας που επιλέγει να κοιτάξει αλλού, η σιωπή μετατρέπεται σε συνενοχή. Δεν χρειάζεται να είμαστε ειδικοί για να δείξουμε ενδιαφέρον. Μερικές φορές αρκεί μια ειλικρινής ερώτηση. Ένα «είσαι καλά;». Ένα «αν χρειαστείς βοήθεια, είμαι εδώ». Ένα πρόσωπο που δεν θα κρίνει, δεν θα πιέσει και δεν θα αμφισβητήσει την εμπειρία του θύματος μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς τη σωτηρία.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν δομές και υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν υποστήριξη. Ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ξενώνες φιλοξενίας, συμβουλευτικά κέντρα, γραμμές βοήθειας και κρατικοί φορείς υπάρχουν ακριβώς για να στηρίξουν όσες γυναίκες βρίσκονται σε κίνδυνο. Καμία γυναίκα δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει μόνη της μια τέτοια κατάσταση. Η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι αδυναμία. Είναι πράξη θάρρους. Είναι η στιγμή που κάποιος αποφασίζει ότι η ζωή του αξίζει περισσότερο από τον φόβο που του έχει επιβληθεί.

Χρειάζεται επίσης να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για αυτά τα ζητήματα. Δεν πρόκειται για «οικογενειακές τραγωδίες». Δεν πρόκειται για «κακές στιγμές». Δεν πρόκειται για περιστατικά που συμβαίνουν επειδή κάποιος «θόλωσε». Η κακοποίηση είναι επιλογή του θύτη και όχι ευθύνη του θύματος. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε έχει σημασία, γιατί διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το πρόβλημα. Και όσο συνεχίζουμε να αναζητούμε ελαφρυντικά ή δικαιολογίες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπίσουμε τη ρίζα του.

Η προστασία των γυναικών από τη βία δεν είναι μόνο ζήτημα νόμων και θεσμών. Είναι ζήτημα πολιτισμού. Είναι ζήτημα παιδείας. Είναι ζήτημα καθημερινών στάσεων και αξιών που μεταδίδουμε στις επόμενες γενιές. Είναι η διδασκαλία του σεβασμού, της ισότητας και της αποδοχής των ορίων του άλλου ανθρώπου. Είναι η απόρριψη κάθε μορφής ελέγχου που παρουσιάζεται ως αγάπη και κάθε μορφής βίας που επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από δικαιολογίες.

Σε κάθε γυναίκα που διαβάζει αυτές τις γραμμές και βιώνει κακοποίηση, το μήνυμα είναι απλό αλλά ουσιαστικό: δεν είσαι μόνη. Δεν φταις εσύ. Δεν αξίζεις να ζεις με φόβο. Υπάρχουν άνθρωποι και υπηρεσίες που μπορούν να σε βοηθήσουν. Υπάρχει ζωή πέρα από τη βία. Υπάρχει η δυνατότητα να ξαναχτίσεις την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία σου.

Και σε όλους τους υπόλοιπους, η ευθύνη είναι εξίσου μεγάλη. Να ακούμε περισσότερο. Να αδιαφορούμε λιγότερο. Να παρεμβαίνουμε όταν χρειάζεται. Να στηρίζουμε χωρίς να κρίνουμε. Να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε στατιστική υπάρχει ένας άνθρωπος, μια ζωή, μια ιστορία που αξίζει να συνεχιστεί.

Γιατί καμία κοινωνία δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ανθρώπινη όσο υπάρχουν γυναίκες που φοβούνται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Και καμία αλλαγή δεν θα έρθει όσο η σιωπή παραμένει πιο δυνατή από τη φωνή της αλήθειας. Η στιγμή να μιλήσουμε, να ακούσουμε και να δράσουμε είναι πάντα τώρα. Όχι μετά το επόμενο περιστατικό. Όχι μετά την επόμενη τραγική είδηση. Τώρα.