Το δικό μου παιδί ; Ποτέ !
Υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία μαμάδων που ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν. Εκεί όπου το παιδί τους είναι πάντα «ένα αγγελούδι», «πολύ ευαίσθητο», «παρεξηγημένο» και φυσικά… θύμα των κακών παιδιών του κόσμου. Αν σπρώξει κάποιο άλλο παιδί στην παιδική χαρά, «απλώς έπαιζε λίγο πιο έντονα». Αν ουρλιάζει, χτυπάει ή πετάει παιχνίδια, «έχει προσωπικότητα». Αν κάνει bullying, τότε φταίει το άλλο παιδί που «δεν ξέρει να αμύνεται». Γιατί, βλέπετε, το δικό τους παιδί δεν κάνει λάθη. Τα λάθη είναι για τα παιδιά των άλλων.
Το πιο εντυπωσιακό είναι η ταχύτητα με την οποία αυτές οι μαμάδες μετατρέπονται σε δικηγόρους υπεράσπισης. Δεν χρειάζεται καν να ακούσουν τι έγινε. Το στόμα ανοίγει αυτόματα: «Αποκλείεται να το έκανε αυτό ο Γιωργάκης μου». Λες και μιλάμε για έναν συνδυασμό αγίου, νομπελίστα και ειρηνοποιού του ΟΗΕ, όχι για ένα εξάχρονο που πριν δέκα λεπτά δάγκωσε συμμαθητή του επειδή του πήρε το μπλε φορτηγό. Και φυσικά, πάντα υπάρχει μια εξήγηση: νυστάζει, ζηλεύει, περνάει φάση, έχει άποψη, είναι δυναμικός χαρακτήρας. Όλα εκτός από το προφανές: ότι ίσως χρειάζεται όρια.
Και κάπου εκεί ξεκινά το πραγματικό πρόβλημα. Γιατί ένα παιδί που μεγαλώνει ακούγοντας συνεχώς ότι είναι αλάνθαστο, αρχίζει να πιστεύει πως όλος ο κόσμος του χρωστάει ανοχή. Δεν μαθαίνει να ζητά συγγνώμη, να αναγνωρίζει ευθύνη ή να σέβεται τον χώρο του άλλου. Μαθαίνει μόνο ότι πάντα κάποιος άλλος φταίει. Ο δάσκαλος «τον έχει βάλει στο μάτι», οι φίλοι «τον ζηλεύουν», οι άλλοι γονείς «υπερβάλλουν». Κι έτσι μεγαλώνει ένας μικρός δικτάτορας με σχολική τσάντα και παγουρίνο.
Το ειρωνικό είναι πως αυτές οι μαμάδες συνήθως δηλώνουν ότι «λένε τα πράγματα έξω από τα δόντια» και ότι «δεν χαρίζονται ούτε στο παιδί τους». Μέχρι φυσικά να συμβεί κάτι. Εκεί ξαφνικά ενεργοποιείται το σύνδρομο της θεϊκής μητρότητας: το παιδί τους είναι ξεχωριστό, πιο έξυπνο, πιο ώριμο, πιο χαρισματικό από όλα τα υπόλοιπα. Κι αν το υπόλοιπο σύμπαν δεν το αναγνωρίζει, τόσο το χειρότερο για το σύμπαν. Άλλωστε, στην Ελλάδα έχουμε πολλούς προπονητές, πολλούς πολιτικούς αναλυτές και ακόμη περισσότερες μανάδες που πιστεύουν ότι γέννησαν τον επόμενο Μέγα Αλέξανδρο.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον κομμάτι του ίδιου φαινομένου είναι η σχεδόν καθρεφτική σχέση ανάμεσα στον γονιό και το παιδί. Όταν ο ενήλικας λειτουργεί με άρνηση ευθύνης, το παιδί πολύ συχνά αντιγράφει ακριβώς αυτό το μοτίβο. Όχι γιατί είναι «κακό» ή «αναιδές», αλλά γιατί έτσι μαθαίνει ότι η πραγματικότητα διαπραγματεύεται. Ένα παιδί που ακούει συνεχώς στο σπίτι ότι «δεν έφταιξε κανείς» αρχίζει να το εφαρμόζει και έξω: στο σχολείο, στην παρέα, στη ζωή. Έτσι, όταν γίνεται κάποιο περιστατικό επιθετικής συμπεριφοράς, η πρώτη του αντίδραση δεν είναι η σκέψη «τι έκανα;», αλλά η αυτόματη άμυνα «φταίει ο άλλος». Στην ουσία, δεν αντιγράφει μόνο συμπεριφορές· αντιγράφει και την ευκολία με την οποία ο γονιός αποφεύγει την ευθύνη.
Η αλήθεια όμως είναι πολύ πιο απλή και πολύ λιγότερο βολική: όλα τα παιδιά κάνουν λάθη. Όλα. Και αυτό είναι φυσιολογικό. Η διαφορά βρίσκεται στους γονείς που έχουν το θάρρος να πουν «ναι, έκανε λάθος» και να το διορθώσουν, αντί να ψάχνουν κάθε φορά δικαιολογίες λες και εκπροσωπούν πελάτη σε ποινικό δικαστήριο. Γιατί το να αγαπάς πραγματικά το παιδί σου δεν σημαίνει να το θεωρείς τέλειο. Σημαίνει να το βοηθάς να γίνει καλύτερος άνθρωπος — ακόμη κι όταν αυτό χαλάει την ωραία εικόνα που έχεις φτιάξει για τον εαυτό σου ως “τέλεια μαμά”.
